Η αύξηση του μέσου όρου ζωής στις αναπτυγμένες χώρες της δύσης, έχει σαν αποτέλεσμα και την αύξηση της συχνότητας παθήσεων της τρίτης ηλικίας, όπως η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και η άνοια.  Σήμερα οι άνοιες, με συχνότερη τη νόσο Alzheimer, αποτελούν μείζον ιατρικό, κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, τα ηλικιωμένα άτομα σήμερα αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη το 16% του γενικού πληθυσμού, ενώ το 2025 το ποσοστό αυτό αναμένεται να αγγίξει το 24%, δηλαδή ένα στα τέσσερα άτομα θα έχουν ηλικία 65 και άνω έτη. Στην Ελλάδα μέχρι και το 2050 τα άτομα ηλικίας 65 και άνω θα αποτελούν το 30% του γενικού πληθυσμού. Η συχνότητα της νόσου Alzheimer στις αναπτυγμένες χώρες είναι 10% ενώ στην Ελλάδα είναι 6% σε άτομα άνω των 70 ετών. Όμως η συχνότητα αυξάνεται τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες, ώστε να μιλάμε για ένα φαινόμενο που θα πάρει διαστάσεις πανδημίας (80 εκατομμύρια άτομα υπολογίζεται ότι θα πάσχουν έως το 2020).

Νόσος Alzheimer: Πρόκειται για τη συνηθέστερη πάθηση που προκαλεί άνοια (50-60%).

Τα πρώτα συμπτώματα αφορούν την πρόσφατη μνήμη. Οφείλεται στη καθίζηση μέσα στον εγκέφαλο δύο, κατά τα άλλα φυσιολογικών πρωτεϊνών, του β-αμυλοειδούς και της τ-πρωτεΐνης.

  • Άνοια με σωμάτια του Λούι (Lewy body disease): αφορά το 10-15% των ανοιών.
  • Μετωποκροταφική εκφύλιση: αφορά περίπου το 7% των ανοιών.
  • Αγγειακή άνοια: αφορά μέχρι και 10% των ανοιών.
  • Άνοια από νόσο Πάρκινσον: αφορά περίπου το 4-5% του συνόλου των ανοιών.
  • Περίπου 10% οφείλεται σε πολλές άλλες παθήσεις (πχ. όγκοι, τραυματισμοί, κ.α.)
  • Περίπου 4% των ανοιών αφορά αναστρέψιμες καταστάσεις (πχ. Θυρεοειδική δυσλειτουργία)

Παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση και πορεία των παθήσεων που οδηγούν σε άνοια

Οι περισσότερες μελέτες αφορούν την νόσο Alzheimer και την Αγγειακή Νόσο. Ελάχιστα είναι γνωστά για τους παράγοντες κινδύνου των άλλων παθήσεων.

Παράγοντες κινδύνου στη Νόσο Alzheimer

  • Ηλικία (όσο μεγαλύτερη η ηλικία, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης της νόσου)
  • Κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (φαίνεται να επιταχύνουν τη διαδικασία εκφύλισης)
  • Φύλο : οι γυναίκες εμφανίζουν σε μεγαλύτερη συχνότητα τη νόσο
  • Αγγειακοί παράγοντες κινδύνου : υψηλή χοληστερίνη, υπέρταση, διαβήτης, υψηλή ομοκυστεϊνη, κάπνισμα, παχυσαρκία.
  • Το σύνδρομο Down
  • Κληρονομικότητα: Η ύπαρξη του γονιδίου APOE4 αυξάνει κατά 2.2 φορές την πιθανότητα εμφάνισης της νόσου.

Παράγοντες οι οποίοι δρουν αποτρεπτικά στην εμφάνιση της νόσου Alzheimer

  • Μόρφωση (αυξάνεται ο αριθμός των συνδέσεων των νευρικών κυττάρων και η νόσος χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εκδηλωθεί)
  • Σωματική άσκηση
  • Μεσογειακή δίαιτα

Παράγοντες κινδύνου στην αγγειακή άνοια:

  • Ηλικία (μεγαλύτερη η ηλικία, μεγαλύτερη κι η πιθανότητα εμφάνισης)
  • Αγγειακοί παράγοντες κινδύνου: υψηλή χοληστερίνη, υπέρταση, διαβήτης, κάπνισμα, παχυσαρκία
  • Καρδιακή ανεπάρκεια και αρρυθμίες
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Φύλο: συχνότερη στους άνδρες (ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 75 ετών)

Πορεία της άνοιας

Τα συμπτώματα με τα οποία μπορεί να αρχίσει η νόσος Alzheimer συνήθως είναι:

  1. Απώλεια μνήμης
  2. Δυσκολίες στην εκτέλεση γνωστών πράξεων (π.χ. δέσιμο γραβάτας)
  3. Προβλήματα επικοινωνίας με τη γλώσσα (λάθος λέξεις)
  4. Αποπροσανατολισμός σε τόπο και χρόνο
  5. Φτωχή-μειωμένη κριτική ικανότητα (λάθος ρούχα σε σχέση με τον καιρό)
  6. Προβλήματα με την αφηρημένη σκέψη
  7. Απώλεια αντικειμένων – σφάλματα τοποθέτησης
  8. Αλλαγές στην προσωπικότητα, στο συναίσθημα, στη συμπεριφορά
  9. Απώλεια πρωτοβουλιών, αδιαφορία, παθητικότητα
  10. Κινητική ανησυχία, υπερδιέγερση

Κάθε πάθηση ξεκινά με διαφορετικά συμπτώματα (πχ. Η νόσος Alzheimer με προβλήματα μνήμης ενώ η μετωποκροταφική με προβλήματα συμπεριφοράς). Με το πέρασμα του χρόνου προστίθενται συμπτώματα που αφορούν τις υπόλοιπες νοητικές λειτουργίες όπως και προβλήματα συμπεριφοράς. Σε πλέον προχωρημένα στάδια, εμφανίζονται τα προβλήματα κίνησης τα οποία και καθηλώνουν εν τέλει τον ασθενή στο κρεβάτι, με τους ασθενείς στα τελικά στάδια να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους της καθήλωσης (πνευμονίες από εισρρόφηση, ουρολοιμώξεις κά).

Συνήθως η πορεία είναι συνεχώς εξελισσόμενη ή με την πρόσκαιρη εμφάνιση  περιόδων σχετικής σταθερότητας.Το προσδόκιμο επιβίωσης ανάλογα με τις διάφορες παθήσεις είναι 5-10 χρόνια.

Διάγνωση

Η διάγνωση κατά βάση παραμένει κλινική (ιστορικό και κλινική εξέταση). Ο ειδικός πρέπει να αξιολογήσει αν ο ασθενής του έχει άνοια ή όχι. Το καλό ιστορικό από τον ασθενή και τον φροντιστή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη διαδικασία της διάγνωσης. Ο γιατρός ζητά να μάθει εκτός από την τωρινή κατάσταση του ασθενούς και την αρχική πορεία και σειρά εμφάνισης των συμπτωμάτων ώστε να οδηγηθεί στην ιδιαίτερη πάθηση από την οποία πάσχει ο ασθενής. Κάθε νόσος ακολουθεί εν γένει διαφορετική πορεία προσβολής των νοητικών λειτουργιών.

Η τωρινή κατάσταση αφορά την εκτίμηση της νοητικής κατάστασης, της ύπαρξης ψυχιατρικών συμπτωμάτων, διαταραχών συμπεριφοράς και την λειτουργική αποτίμηση του ασθενούς.

Συντομευμένες δοκιμασίες βοηθούν τον κλινικό στην αδρή εκτίμηση των νοητικών λειτουργιών (πχ. Mini Mental State Examination, ClockTest, MoCA).

Η περαιτέρω νευρο-ψυχολογική διερεύνηση θα βοηθήσει το γιατρό να σταδιοποιήσει την ανοϊκή συνδρομή και να παρακολουθήσει την εξέλιξη και ανταπόκρισή της στη θεραπεία.

Οι απεικονιστικές εξετάσεις (αξονική και μαγνητική τομογραφία) δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την εσωτερική δομή του εγκεφάλου και βοηθούν να αποκλειστούν ή να επιβεβαιωθούν κάποιες παθήσεις.

Τέλος, ο εργαστηριακός έλεγχος συμβάλλει στη γενικότερη εκτίμηση της κατάστασης του ασθενούς. Ειδικός εργαστηριακός έλεγχος αφορά νοσήματα που μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν εικόνα άνοιας (πχ έλεγχος λειτουργίας θυρεοειδούς, βιταμίνη Β12 κά)

Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να ζητηθούν περισσότερο εξειδικευμένες εξετάσεις (PET, αναζήτηση βιολογικών δεικτών στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κά).

Αντιμετώπιση

Η φαρμακευτική αντιμετώπιση της άνοιας γίνεται κυρίως με τους Αναστο­λείς της Χολινεστεράσης (δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, γαλανθαμίνη), φάρμακα που επιτρέπουν στην ακετυλοχολίνη που αποτελεί το νευροδιαβιβαστή της μνήμης να δρα περισσότερο χρόνο στα νευρικά κύτταρα και έναν γλουταμινεργικό ανταγωνιστή, τη μεμαντίνη, που εμποδίζει την τοξική δράση του γλουταμινικού οξέος.

Share This Link